φώγω

ΜΑ, και φῴζω και φώγνυμι και φωγνύω Α
ψήνω ή ξηραίνω στη φωτιά ή στον ήλιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος με μορφολογική ποικιλία ως προς το επίθημα. Κατά την επικρατέστερη άποψη, το ρ. ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα *bhō-g- τής ΙΕ ρίζας *bhē- «ζεσταίνω, ψήνω» με λαρυγγική παρέκταση -g- και συνδέεται με τα αγγλ. bake «ψήνω», γερμ. backen «ψήνω» και άλλους αρχαιότερους γερμ. τ. Τέλος, οι συνδέσεις τού ρ. με τον λακων. τ. που παραδίδει ο Ησύχ. βαγαρόν
χλιαρόν ή με το φρυγ. βέκος «ψωμί» ή και με τον τ. φαῦσιγξ «φουσκάλα, φλύκταινα» δεν θεωρούνται πιθανές].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φώσσω — Α (κατά τον Γαλ.) «φώγω, φῴζω». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αντί τής λ. φώγω] …   Dictionary of Greek

  • багать — ж., багатье огонь, тлеющий под золой , укр. багаття, блр. багацце то же. Возм., к бажать, бажить желать, жаждать . По видимому, родственно греч. φώγω жарю, поджариваю , д. в. н. bahhan печь ; см. Бернекер 1, 38, где приводятся семантические… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • багор — I баг(о)р баг(о)р. пурпур, пурпурная раковина , укр. багор, блр. багра, отсюда русск. багряный пурпурного цвета , багрить окрашивать в багровый цвет . Кроме этого, известно только в ст. слав.: багръ ἁλουργίς, багрити φοινίσσειν окрашивать в… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • бажать — бажить, бажанить, баж=енить желать, жаждать , бажоный любимый , укр. бага жажда , бажати, бажити желать , польск. zabagac захотеть, пожелать , чеш. bažiti se жаждать, стремиться , zabahnouti – то же. Возм., к греч. φώγω поджариваю , д. в. н.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Doric Greek — Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • Dorien — Cet article concerne un ancien dialecte grec. Pour le peuple grec du même nom, voir Doriens. Distribution des dialectes du grec ancien durant la période cla …   Wikipédia en Français

  • Antiguo idioma macedonio — Este artículo trata del idioma usado en la antigüedad. Para el idioma eslavo moderno, no relacionado, véase idioma macedonio y para su antepasado, véase Antiguo eslavo eclesiástico. Antiguo macedonio ? Hablado en Reino de Macedonia Región Sureste …   Wikipedia Español

  • ομόφωκτος — ὁμόφωκτος, ον (Α) αυτός που ψήθηκε ή αποξηράνθηκε μαζί ή συγχρόνως με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο) * + φωκτός (< φώγω «αποξηραίνω»), πρβλ. ά φωκτος, σησαμό φωκτος] …   Dictionary of Greek

  • σησαμόφωκτος — και δωρ. τ. σασαμόφωκτος, ον, Α ψημένος, φρυγανισμένος με σουσάμι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήσαμον / σάσαμον «σουσάμι» + φωκτος (< φωκτός < φώγω «ψήνω, φρυγανίζω»)] …   Dictionary of Greek

  • υποφώγω — Α ψήνω ελαφρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + φώγω «ξεροψήνω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.